Ο Δαίμονας

Δεν έχω από κάπου να αρχίσω,
κι όμως νιώθω τόσο βαθιά την ανάγκη,
ν' ανοίξω το στόμα να μιλήσω,
κι όμως κανένα δεν αισθάνομαι 
κοντά μου να υπάρχει.

Παρατηρώ προσεκτικά τις κινήσεις τους.
Αβάσιμες, άτοπες, ασταθείς.
Δεν μου κεντρίζουν το ενδιαφέρον οι πράξεις τους,
μόνιμα στέκομαι αδρανής.

Ελπίδα να βρω τη χαρά μου στο τίποτα.
Ντρέπομαι που εκ του απολύτου μιλώ.
Γιατί, αφού προσπάθησα, κολύμπησα στα ύδατα,
δε βρήκα τη στεριά που είχα οδηγό;

Στερέωμα το άπειρο, άτεχνα ψηλαφώ.
Αρπάζομαι συνέχεια και πιάνω ουρανό.
Ουδείς φόβος για το ξημέρωμα,
ή τούτο το πηχτό,
σκοτάδι, που σαν αγκαλιά
κοιμίζει το Θεό!

Μόνο αυτός ο δαίμονας,
βουλιάζει το μυαλό.
Άυλος κι όμως υπαρκτός,
τον λένε θυμικό.