Βιοσοφία

 Αναπάντεχη καλοκαιρινή βροχή,

άλλαξε το απόγευμα που είχες σχεδιάσει.

Έφερε μαζί της παγωμένη της πνοή,

που ξέχασε ο χειμώνας της στα δάση.


Μαστιγώνει το τσιμέντο σαν να το μισεί,

σαν να το εκδικείται που μήνες την είχε ξεχάσει.

Γυρεύει να γεμίσει κάθε του ρωγμή,

κι ύστερα με διόγκωση,

απ' το εσωτερικό του να το σπάσει.


Ύπουλη και ζηλόφθονη κέντησε την απάτη,

σκοτείνιασε τον ουρανό, μας έβρεξε την πλάτη.


Τόσο αθώο και στεγνό,

την δέχθηκε σα χάδι.

Απαλό, σχεδόν σα μητρικό,

αφού υποσχέθηκε αγάπη.


Θα ανασάνει το νερό,

να αποφύγει άλλη μια μάχη.

Θα του το κρατήσει για κακό,

που δεν της είπε να 'ρθει.