Ανομβρία

Στεγνώνω κι από τι, δεν ξέρω!
Πρώτα, θαρρώ, δεν βρίσκω λέξεις.
Εκατόμμύρια έχω να διαλέξεις,
μα δεν τους βρίσκω μια σειρά.

Τουλάχιστον, όχι όπως πρώτα,
π' άνοιγα τα χείλη ολόρθα,
τα μάτια κάρφωνα στα φώτα,
και γλυκά σου χάιδευα τ' αυτιά.

Στεγνώνω από την όρεξή μου,
να μην μείνω εκεί που ήμουν,
να έρθω κοντά σου και να γίνουν,
τα δύο κορμιά , μια αγκαλιά.

Στεγνώνω και δεν είναι αυτό που φεύγει,
δε με τρομάζει που γυρεύει,
μια κάποια άλλη συντροφιά.

Με νοιάζει που περνούν τα χρόνια,
κι εγώ ανήμπορος ακόμα,
ψάχνω αλλά δεν βρίσκω γιατρειά.

Ή έστω κάτι που να μοιάζει,
κάτι που να μετριάζει,
όλη αυτή την μετριότητα.

Έστω, να βρω ποιος μου το παίρνει,
ποιος είναι αυτός που με στεγνώνει;
Ποιος γεμίζει απ' το κενό.