Η γάτα

 Η γάτα που κοιτούσε απ' το μπαλκόνι,
πόσο θα 'θελε δίπλα της να 'χει μια σκεπή!
Τόση λαγνεία για το κενό που είχε φίλη,
στην άκρη, στο μπαλκόνι,
πάνω απ' την υδρορροή.

Κάποτε νωχελικά, κοιτούσε πάνω.
Ευχόταν να γίνει πουλί ή συννεφιά.
Την φώναζαν "Χιονούλα" και την 'ξέραν όλοι,
παρόλο που ποτέ της δεν βγήκε στα στενά.

Η γειτονιά είχε και άλλες γάτες,
που ξέφευγαν απ' τους ορόφους τους,
και σεριάνιζαν βιαστικά,
νιαούριζαν, ζευγάρωναν, γεννούσαν,
θανάσιμα καβγάδιζαν τ' αρσενικά.

Εκείνη, ά-φιλη, τα βράδια μελετούσε τ' άστρα.


Προσποιούνταν ότι δεν ακούει τις φωνές,
τις κοροϊδίες από τις άλλες γάτες,
που νόμιζαν από επιλογή της,
δεν σεριάνιζε με δαύτες.