Ακριβοθώρυτη

Πόσο μου μίλαγες και σ' άκουγα,
σα να άκουγα για πρώτη μου φορά.
Κοιτούσα μέσα στα μάτια σου,
κι εγκλωβιζόμουν σε μια ευτυχισμένη σκοτεινιά.

Δεν ήθελα να βγω,
ζητούσα αυτά τα σύνορα να γίνουν πιο στενά,
να πλησιάσω πιο στα χείλη σου,
να 'ρθούμε πιο κοντά.

Κι εσύ κρατούσες λάβαρο, μέσα στην αγκαλιά,
κρατούσες κατ' απ' τα χείλη σου, πάντα μία σκιά..

Χάιδευα την ανάσα σου, που έσταζε γλυκά,
πάνω σε κάθε λέξη μου, γι' αυτή την ομορφιά.

Κι όσο κι αν δε με πίστευες, μίλησα ειλικρινά,

αφού πάντα με φώτιζε, μία λαμπρή σκιά.