Επίκληση στο Μίθρα

Στο καινούργιο μου μπαλκόνι,
δεν φτάνει πια το φως
και ζηλεύω τις τριανταφυλλιές των γύρω,
μελαγχολικά το άρωμά τους απλώνεται,
κι απότομα γλυκαίνει ο καιρός.

Τα τεράστια άνθη τους,
είναι ανθισμένα αυτή την εποχή,
και το χρώμα τους, σαν καλλονή,
σε μαγνητίζει, με μια πανάρχαια σοφία,
σε μια ευτυχισμένη γη.

Τα μεσημέρια περπατώ,
στις ρέουσες φυλλωσιές των ευκαλύπτων,
έπειτα στρίβω στο στενό
και βρίσκομαι κάτω απ' το μπαλκόνι,
που στέκεται σκυφτό
στην σκιά της πόλης,
σαν να υπακούει ένα μεγάλο τιμωρό.

Το σκέπασμά μου σαν αντίλογο,
κεντημένες έχει πάνω του τουλίπες.
Μα είναι άχρωμες, λευκές,
πένθιμες, συννεφιασμένες ηλιαχτίδες.

Τι να φωτίσει το μικρό μπαλκόνι,
όσο η μέρα μεγαλώνει,
τόσο η σκιά του και την αντίθεση ψηλώνει.

Στοίχησα κάποιες γλάστρες,
κατά μήκος στο περβάζι.
Μαράθηκαν αφού ο ήλιος,
αρνήθηκε να τις κοιτάζει.

Και ζηλεύω που απέναντί,
ευωδιάζει το γιασεμί τους.
Τυχεροί και για την θέση τους
και ο ήλιος για ευχή τους.

Προνομιούχοι, εύ-μοιροι 
και πόσο τους ζηλεύω,
να 'χα έναν ήλιο λαμπερό,
το φως του να ημερεύω.