Ανάσταση


 Γέλασα χθες.

Κι ήταν καιρός από την τελευταία φορά 
που θυμάμαι να το κάνω.

Ήταν τόσος ο καιρός,
που από το πρωί το σκέφτομαι
κι ακόμα το απολαμβάνω.

Ίσως να μην αφήσαμε τους γείτονες να κοιμηθούν.

Να ακουγόμασταν και να μην αρκούσαν,
οι γρίλιες τους για να προστατευθούν.

Μα, αν μας άκουγαν, θα γέλαγαν σίγουρα κι αυτοί.

Τέτοια νύχτα, χαρούμενη που αναστήθηκε η ζωή,

χαρούμενοι κι εμείς που καθόμασταν μαζί.

Κι έφτανε αυτό!
Η ησυχία κι η φυλλοροή.

Γάργαρη όπως το γέλιο σου
που πάσχιζε να συγκρατηθεί,
προσπαθούσε να αποφύγει την παρατήρηση,

από τον πρώτο που εύκολα θα ενοχληθεί.

Κι ήταν ακόμα πιο διασκεδαστική αυτή σου η κίνηση,
με το χέρι σου να προσπαθεί το γέλιο σου να κλείσει.

Με τον αυθορμητισμό σου να έχει όλη την ατμόσφαιρα τυλίξει,
και τα μάτια σου να με βουλιάζουν απότομα στην λύση,
που υπάρχει μόνο αν το αίνιγμα,
μπορεί να καταλήξει.