To φαινόμενο Michelangelo

- Με προβληματίζει, γιατρέ, κάτι που έγινε παλιότερα και δε μπορώ να το ξεχάσω. Έχει να κάνει με ένα περιστατικό της προσωπικής μου ζωής.

- Σας ακούω!

- Θα αρχίσω, αν και πρέπει να σας πω ότι στην αρχή ίσως νομίσετε πως μακρυγορώ, όμως για να καταλάβετε την ουσία, οι λεπτομέριες είναι απαραίτητες. Κάποια στιγμή είχε τύχει να γνωρίσω μια κοπέλα η οποία δούλευε σερβιτόρα σε ένα μαγαζί με ασιατική κουζίνα. Είχα κλείσει τραπέζι για να πάω με την κοπέλα μου. Ήταν ένα πολύ συμπαθητικό εστιατόριο, στην άκρη ενός πεζοδρομίου και συνηθίζαμε να πηγαίνουμε συχνά. Βέβαια, εκείνη είχε το κακό συνήθειο πάντοτε να αργεί, κι εκείνο το βράδυ, όσο περίμενα να έρθει, έπιασα την κουβέντα με το σεφ του εστιατορίου. Είχαμε πάει αρκετές φορές κατά τη διάρκεια της χρονιάς, τόσες που είχα αποκτήσει την οικειότητα να συζητώ ανοιχτά μαζί του, ακόμα και την ώρα που δούλευε. Δεν ήταν και δύσκολο, άλλωστε- ήταν ιδιαίτερα ομιλητικός τύπος. Εκείνη τη βραδιά δε είχε και πολλούς πελάτες. Ακόμα και η σερβιτόρα είχε την άνεση να σταθεί μαζί μας και να συμμετέχει στην κουβέντα. Δεν θυμάμαι λέξη από όσα είπαμε εκείνο το βράδυ. Ούτε μπορώ να πω ότι την ερωτεύτηκα ή κάτι τέτοιο. Όχι, καμία σχέση. Σίγουρα, δε μου πέρασε απαρατήρητη, ήταν όμορφη κοπέλα, όμως καμία τέτοια σκέψη δε μου πέρασε από το μυαλό.

Μήνες αργότερα, κι αφού πλέον είχα χωρίσει με την κοπέλα μου - μιας και το θέμα με την αργοπορία της είχε απογίνει- συνάντησα τη σερβιτόρα τυχαία στο δρόμο. Δεν υπήρχε κάποιο συναίσθημα, την χαιρέτησα και μου ανταπέδωσε. Το μόνο που αντιλήφθηκα ήταν πως το βλέμμα της με αναγνώρισε, με ένα τρόπο διαφορετικό από εκείνο που έχεις όταν απλώς συναντάς κάποιο γνώριμο. Αποφάσισα να της μιλήσω. Είχε φύγει από την προηγούμενη δουλειά της, όμως σε μια μικρή πόλη όλα τα μαθαίνεις πολύ γρήγορα. Βρήκα που δουλεύει, έμαθα που συχνάζει, πως τη λένε και της έστειλα μήνυμα.

Στην αρχή η γνωριμία ήταν καλή, σχετικά. Δεν έδειχνε να είναι ιδιαίτερα ομιλητική, αλλά δε με πείραζε και πολύ αυτό. Έβρισκα τον τρόπο να πάρω τις απαντήσεις σε αυτά που ήθελα. Της ζήτησα να βγόυμε και δεν αρνήθηκε. Μου εξήγησε ότι δουλεύει και ταυτόχρονα σπουδάζει, οπότε το πρόγραμμά της ήταν κάπως φορτωμένο, αλλά θα έβλεπε το χρόνο της και θα μου έστελνε όταν μπορούσε. Ήταν μια ικανοποιητική απάντηση. Φαντάστηκα ότι δεν θα μου έλεγε καταυθείαν ναι, άλλωστε ας μην ξεχνάμε πως ήμουν ένας άγνωστος. Από την άλλη όμως, δεν έκλεινε και τα περιθώρια. Περίμενα για μερικές μέρες ενώ ταυτόχρονα είχαμε επικοινωνία. Ρώτησα ακόμα μια φορά και μου είπε την ίδια δικαιολογία με άλλα λόγια. Περίμενα ξανά, έκανα υπομονή, ενώ μιλούσαμε τώρα πιο αραιά. Πέρασε άλλη μια εβδομάδα και όταν την ρώτησα πότε θα τα πούμε από κοντά, άκουσα ξανά το ίδιο. Πλέον είχε καταντήσει γελοίο! Δεν ήξερα τι να της πω κι εκείνη δεν φαινόταν να προσπαθεί ίδιαίτερα κι έτσι το πράγμα έμενε παγωμένο!

Την τελευταία φορά που της ζήτησα να βγούμε και εισέπραξα την ίδια απάντηση, αποφάσισα να είμαι ευθύς μαζί της, κι αν φάνηκε πως κάπως έχαςσα το δίκιο μου, όσα έλεγα ήταν αλήθεια. Της εξήγησα πως από τη δική μου σκοπιά τα ενδεχόμενα ήταν δύο: είτε μου το έπαιζε δύσκολη, είτε με κορόιδευε, γιατί αν ήθελε πράγματι να βγούμε, θα μπορούσε σίγουρα να βρει μια ώρα μέσα στην ημέρα. Από ότι μου είχε πει, δούλευε μόνο τρεις φορές την εβδομάδα και είχε μαθήματα στην σχολή τέσσερις μέρες την εβδομάδα. Δε μου ακουγόταν τόσο πιεστικό πρόγραμμα! Μου απάντησε πως δεν ήταν τίποτα από τα δύο. Δεν είχε το χρόνο, αυτό ήταν το πρόβλημα και τίποτα άλλο. Τη ρώτησα τη ώρα τελειώνει από τη δουλειά, και αν θα ήθελε να βρισκόμασταν τότε και είπε πως αυτό δε γινόταν.

Έτσι τελείωσε η κουβέντα. Ασφαλώς και δε ξαναμιλήσαμε. Μερικές μέρες αργότερα, είδα σε μια φωτογραφία τη σερβιτόρα στην οποία φαινόταν να έχει χτυπήσει στο κεφάλι, όχι εκείνη τη στιγμή, αλλά μέρες, μιας και το τραύμα φαινόταν να επουλώνεται παρόλο που ήταν μεγάλο. Δεν έδωσα καμία σημασία στο περιστατικό, τη διέγραψα από φίλη, και την ξέχασα το ίδιο εύκολα όσο τη βρήκα. Ένα βράδυ οδηγούσα σε ένα παραλιακό δρόμο μόνος μου. Καθώς το αμάξι αναπήδησε σε μια γούβα, ανέσυρε από το λάκο της μνήμης μου τη σκέψη της σερβιτόρας. Σκέφτηκα την φωτογραφία της που είχε χτυπήσει! Μήπως αυτή η φωτογραφία πήγαινε προς εμένα; Μην απορείς! Θα καταλάβεις τι εννόω! Ας πούμε πως κάποιος που σε ενδιαφέρει σε προσεγγίζει και σου πιάνει τη κουβέντα, διαδικτυακά. Εσύ θες να βγεις μαζί του, αλλά έχεις χτυπήσει, όχι βαριά ώστε να μην μπορείς να βγεις, αλλά όχι και τόσο ελαφρά ώστε να βγεις πρώτο ραντεβού. Το τραύμα είναι σε εμφανές σημείο και θα σε κάνει να νιώθεις άβολα, σίγουρα. Και τι να πει; "Δεν μπορώ να βγω μαζί σου γιατί έχω χτυπήσει και φαίνομαι άσχημη;" Ποιος θα ήθελε να βγει πρώτο ραντεβού με κάποιον που τον ενδιαφέρει και να έχει χτυπημένο κεφάλι; Ασυνάρτητες σκέψεις, μάλλον γιατρέ! Δεν ξέρω! Να βιάστικα; Να έπρεπε να κάνω περισσότερη υπομονή; Αυτά είναι όμως τά αποτελέσματα όταν αργείς, όταν δεν είσαι ξεκάθαρος και όταν βγάζεις γρήγορα συμπεράσματα. Ο ένας χάνει ραντεβού, ο άλλος ανθρώπους και ο τρίτος το μυαλό του.


Το φαινόμενο Michelangelo είναι μια διαπροσωπική διαδικασία που παρατηρήθηκε από τους ψυχολόγους, κατά την οποία ερωτικοί σύντροφοι, στενά συνδεδεμένοι, επηρεάζουν ή "σμηλεύουν" ο ένας τον άλλο. Με τον καιρό, το φαινόμενο Michelangelo προκαλεί στα υποκείμενα να εξελίσσονται σε αυτό που θεωρούν " τον ιδανικό εαυτό τους". Αυτό συμβαίνει επειδή ο κάθε σύντροφος αντιμετωπίζει και δρα τον άλλο, με τρόπους που προάγουν αυτόν τον ιδανικό εαυτό που βλέπουν στο σύντροφό τους.

Το φαινόμενο πήρε το όνομά του από τον Ιταλό ζωγράφο, γλύπτη, ποιητή και μηχανικό Michelangelo (1475-1564). Ο Michelangelo περιέγραψε την γλυπτική σαν μια διαδικασία στην οποία ο καλλιτέχνης αντανακλά και σμηλεύει την πέτρα, σύμφωνα με μία ιδανική εικόνα που έχει για αυτή. Μεταφορικά, λοιπόν, σύμφωνα με το φαινόμενο ο ερωτικός σύντροφός σου, σε σμηλεύει σύμφωνα με την ιδανική εικόνα που έχει για εσένα στο μυαλό του.