Καμία Λύπη

Τα κοίταζε από το μπαλκόνι του,

μα ούτε και πλησίασε πιότερο.

Το άρωμά τους ήταν γι' αυτόν

δικό του.

Τόσο του ήταν γνώριμο.

Δεν είχε φύγει παρά μόνο

για λίγες μέρες.

Αρκετές ώστε ν' ανοίξουν

τα μπουμπούκια,

να αρχίσουν να χαλάνε.

Κι αφού δεν είχε που να τα χαρίσει,

έμενε να τα κοιτάζει,

από το μπαλκόνι του.

Καμιά επιθυμία, ούτε να τα αγγίξει.

Αυτός, που κάθε μέρα πρόσμενε

ν' ανθίσει το πιο όμορφο,

για να της το χαρίσει.

Την μέρα που θα γύριζε

μ' άδεια θα ήταν χέρια,

σα το κλωνί που έχασε τα πέταλα,

πριν να φανούν τ' αστέρια.

"...καμία λύπη, όμορφη

Ευθύς, άλλο θ' ανθίσει",

σκεφτόταν θα της έλεγε,

προτού να τη φιλήσει.

"καμία λύπη", γέλασε

με τούτη του τη σκέψη.

"η λύπη είναι που 'φυγε

όχι που δε θα έρθει.

"καμία λύπη", γέλασε

μ' αυτή του τη κουβέντα.

Λουλούδια που ανθίσατε

και τώρα μαραμένα!