Το Τζάκι

... νόμιζα για λίγο πως δεν θα ξανασηκωθώ από εκείνη την θέση!

Περίμενα φορε σ' αυτό το τζάκι,
να έρθεις να τα πούμε, μπροστά στη φωτιά!
Μερικές φορές περιμένω ακόμα.
Καμία δεν είναι όπως παλιά!


Κοιτάζω τη φλόγα να καίει.
Αργά να σβήνει, σα να γεμίζει το πρωί.
Θα έρθει κι αυτό μαζί του να φέρει,
το ψεύτικο φως που ονομάζω ζωή.


Τώρα κι ο ύπνος μου φαίνεται λίγος.
Τον αποφεύγω, όπως όταν ήμουν παιδί,
που λαχταρούσα να περάσει η νύχτα,
να παίξω με την πρώτη αχτίδα,
να γνωρίσω άλλο ένα πρωί.


Τώρα το νιώθω βαρύ σαν ασθένεια.
Με μάτια ανοιχτά στο σκοτάδι μιλώ.
Μαζί αν μεγαλώναμε, ίσως να 'θελα να ζήσω.
Ίσως κοντά στο τέλος να μ' έλεγες σοφό.


Λευκό σα θρήνου μάρμαρο,
είν' τούτο το κενό.
Μέσα του βλέπω το τίποτα,
που τόσο αγαπώ.


Μέσα στα χρόνια που θα 'ρθουνε,
σίγουρα θα ζήσω τα βράδια.
Λες να ξεχάσω πως πνίγαμε,

αγκαλιασμένοι με φως τα σκοτάδια;