Αλυπία

Πέφτω από το λόφο που ύψωσα,
με γραμμένα χαρτιά.
Ό,τι προσπάθησα να πω
κι αντίκρισμα δε βρήκε,
το άφησα στο άσπρο του,
με το χρόνο συντροφιά.

Κάποια βράδια,
κρύα, άδεια, μελαγχολικά.
Τα βράδια εκείνα, που ούτε η έμπνευση,
δεν καταδεχόταν την παρέα,
ανέβαινα στο λόφο αυτό,
αργά, πικρά,
κι ωστόσο, θαρραλέα.

Σαν αρπακτικό, κοιτούσα από ψηλά,
εμβρόντητος, πόσο μ' αυτούς δε μοιάζω.
Ήταν ξεκάθαρα τα χαρτιά, η διαφορά,
που χρόνια τώρα,
τα κρύα βράδια, απαλά,
με το στυλό μου δοκιμάζω.

Κι είχα σκεφτεί μία φορά, πως
αν κάποια τα μοιράσω,
θα μειωθεί η διαφορά,
δεν θα νιώθω πια κενός,
δεν θα 'ναι ίδια τα βράδιαΟύτε αυτός ήταν σωστός,
παράλογος ο τρόπος,
και ίσως γράφω τελευταία φορά,
μα δεν υπάρχει φόβος.