Στεναχωρικό


Μαζευτήκαμε κι οι δύο,

για ν' ανοίξουμε μια τρύπα.

Να ρίξουμε όσα δε χωρέσαν,

σε όσα θα θέλαμε να 'ρθουν.


Καθισμένη σε μια θέση,

σ' άρεσε να 'χεις το χρήσμα.

Ν' αφηγείσαι όσα γίναν,

να διατάζεις ποιοι γελούν.


Έμεναν και άλλες θέσεις,

στο κενό δωμάτιό σου.

Αυτό που τώρα λες δικό σου,

εγώ θα το 'λεγα κοινό!


Αν κάποτε καθίσουν δίπλα

και τώρα πια απέναντί μου,

ούτε τότε ήσουν δική μου,

ούτε αυτό είχα σκοπό.


Δεν ήταν όλα όπως τα 'πες

με ειρωνικές λεξούλες.

Φοβόσουν πρώτα απ' όλα εμένα

κι ύστερα τη μοναξιά.


Φοβόσουν το κακό μας χρόνο,

και τις στιγμές που βγήκαν σκάρτες.

Συντροφιά μου που δε θα 'χες,

αν δεν ήμουν πια καλά.


Κι έκανες ό,τι μπορούσες,

να μου πάρεις πια τη θλίψη,

με αδιάφορα αστεία,

και τα σαχλά μας μυστικά.


Προσποιήθηκα πως ίσως

και να τα 'χες καταφέρει.

Και γελούσα ενώ από μέσα μου,

δεν έβγαζα μιλιά.