Γενέθλια


 Αχ, κάποτε να έστεκε αγέρωχη η αλήθεια.

Τα χαμόγελα να μην έπεφταν σα φύλλα απ' τα κλαδιά.

Αυτοί που τόσο εργάζονται για να μένουμε μόνοι,

να έβλεπαν το τέλος τους χωρίς να βρουν χαρά.


Γενέθλια και σήμερα, όπως και κάθε χρόνο,

και είναι σαν υπόσχεση πως αν κρατείς γερά,

ο χρόνος σαν ανταμοιβή κάποτε θα σου φέρει,

τα δώρα που σου έταξαν θλιμμένα πρωινά.


Τι αυταπάτη διατηρούν κρυμμένη μες στα στήθη;

Αυτοί οι δειλοί που ψεύδονται πως είναι τολμηροί.

Που μόνοι τους μονολογούν και χτίζουν τα βασίλεια,

διαβάζοντας περνούν τα βράδια τους,

χωρίς να μπορούν να κοιμηθούν.


Τους φαίνεται απίθανο πως έχασαν την μάχη,

πως η αλήθεια φάνηκε φτωχή και πια δεν επαρκεί.

Κι οι στίχοι τους ρομαντικοί, κελαηδίζουν κάτι

μα είναι πια ανήμποροι να φέρουν αλλαγή.


Θα σου πουν για τα φτωχά παιδάκια που πεινούνε,

για την θολή μανία μας για δόξα και λεφτά.

Ύστερα, με το αμάξι τους καθώς θα οδηγούνε,

σαρδόνιοι θα ορέγονται, τη σαρκική αγκαλιά.


Μα δεν βαριέσαι, το κερί, κοντεύει πια να λιώσει,

κι εγώ δεν έχω ακόμα βρει πια θα 'ναι η ευχή.

Όποιος είχε ή έχει βρει και μένουν ας τα δώσει.

Να έχουμε τουλάχιστον όλοι από κάτιτι.