Νεαρή Φοιτήτρια

ΧΡΟΝΙΚΟ

Με έφερες στο σπίτι σου με κάποιο δισταγμό.

Μικρό, ζεστό και φιλικό.

Χωρίς φως.

Κανείς δεν μπήκε στο κόπο να το ανάψει.

Κι όσο κι αν μίλησες,

δεν είδα μία λάμψη.


Κάθισες τόσο απέναντι

και σφάλησα τα χείλη,

που έγινε η παύση μου,

χαρά μες στην οδύνη.


Φιλοδοξώντας άσκοπα

να βρεις κάτι δικό μου,

ακούμπησες το χέρι μου

κι είδες τον πυρετό μου.


Από τη γυριστή καρέκλα σου

πλησίασες κοντά μου.

Κάθισες τόσο δίπλα μου,

όσο και μακριά μου.


Η συζήτηση δε με 'νοιαζε,

σηκώθηκα να φύγω.

"Μείνε για λίγο ακόμα εδώ,

λίγο, μονάχα λίγο!"


Κάθισα κι αντίκρυ μου,

γυμνή, κοιμόταν η σκιά σου.

Ήμουν τόσο χαρούμενος

που είδα το φάντασμά σου.


Πέρασ' η ώρα δυστυχώς.

Δε θέλω όμως να φύγω.

Μα δε με κράτησες ξανά.

"Να μείνω ακόμα λίγο;"


Το κόκκινο χαλάκι σου,

η ξύλινη η πόρτα,

όσο κι αν επιμείνουμε,

δε θα 'μαστε σα πρώτα.